Υπερκινητικό Παιδί - Μία κριτική ματιά επάνω στην οπτική μας

Πολύ συχνά σε μία τάξη συναντάμε παιδιά όπου δεν μπορούν να κάτσουν για ένα εύλογο χρονικό διάστημα επάνω στην καρέκλα, βρίσκουν δικαιολογίες για να σηκωθούν, κινούν χέρια και πόδια, κάνουν θορύβους, αλλάζουν διαρκώς στάση σώματος επάνω στο κάθισμα ή και προσπαθούν με οποιοδήποτε τρόπο να μας τραβήξουν την προσοχή. Ακόμη πιο συχνά σε μία τάξη συναντάμε εκπαιδευτικούς που προσπαθούν να διακόψουν την κίνηση αυτή με κάθετες λύσεις και παρεμβάσεις είτε άμεσα στο παιδί (μην κινείσαι, συγκεντρώσου κτλ) είτε με συζήτηση με το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού αυτού.



Η παρέμβαση αυτή, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από μία κοινή παραδοχή ότι το πρόβλημα είναι του ίδιου του παιδιού και όχι η σχεσιακή του ύπαρξη με το σύνολο των ανθρώπων που υπάρχουν στο συγκεκριμένο χώρο, όσο και με το πλαίσιο μέσα στο οποίο η σχέση αυτή τοποθετείται. 

Για παράδειγμα. Ας τοποθετήσουμε το χέρι μας επάνω στο γραφείο κι ας προσπαθήσουμε να το περιγράψουμε. Τι επίθετα θα του δίναμε; (δοκιμάστε το) Σκληρό, ψυχρό, μαλακό, τι; Άμεσα, δηλαδή, θα μιλούσαμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο για το γραφείο αυτό, δίνοντας τα χαρακτηριστικά αυτά ως εγγενή στο αντικείμενο που μελετάμε. Ωστόσο, το γραφείο γίνεται σκληρό σε σχέση με το μαλακό μας χέρι και ψυχρό σε σχέση με τη θερμοκρασία του σώματος μας. 

Ας προσπαθήσουμε. τώρα, να φέρουμε το παραπάνω παράδειγμα μέσα στην τάξη όπου το παιδί χαρακτηρίζεται ως υπερκινητικό. Σε σχέση με τι είναι υπερκινητικό; Με τα υπόλοιπα παιδιά που κάθονται; Με το πλαίσιο που απαιτεί από παιδιά 6 ετών να μην κινούνται αλλά να παραμένουν για 45 ολόκληρα λεπτά ακίνητα στο κάθισμα τους; Με τη δική μας αντίληψη ότι ένα παιδί κατά τη διάρκεια μίας μαθησιακής σύσκεψης δεν πρέπει να κινείται; Ή μήπως είναι υπερκινητικό με το μέσο όρο της κίνησης που χαρακτηρίζει τα παιδιά εκείνης της ηλικίας;


--------------------------------------------------------------------------------

--------------------------------------------------------------------------------


Εάν ισχύει το τελευταίο και μιλάμε για έναν μέσο όρο κίνησης για μία συγκεκριμένη ηλικία, γεννούνται άλλα ερωτήματα όπως:

  • Υπάρχει όντως αυτός ο μέσος όρος; Κι αν ναι, ποιος/α τον βγάζει; Άρα υπάρχει κι ο/η μέσος/η μαθητής/τρια; Κι αν ναι, για ποιο λόγο αναφερόμαστε στην εξατομικευμένη διδασκαλία/παρέμβαση;
  • Μήπως τελικά αυτός ο μέσος όρος είναι ένας μέσος όρος που εμείς δημιουργούμε σε μία προσπάθεια κατανόησης του κόσμου; Γιατί εάν τελικά, παραδεχόμασταν ότι ο κάθε άνθρωπος ακολουθεί το δικό του προσωπικό χρόνο και τρόπο ανάπτυξης, πώς μιλάμε για μέσο όρο;  
  • Εάν άλλαζε το πλαίσιο της μελέτης μας κι από σχολείο, μιλούσαμε για μία παιδική χαρά, τότε μήπως το υπερκινητικό παιδί της τάξης δεν θα ήταν τίποτε άλλο από το ένα παιδί που παίζει στο χώρο;
  • Μήπως είναι τελικά το ίδιο το πλαίσιο που δίνει αυτή την ιδιότητα της υπερκινητικότητας στο παιδί; Μία τάξη με πολλά χρώματα, πολλά αντικείμενα, θορύβους, οπτικά ερεθίσματα σε όλους τους τοίχους αλλά και η διαρκής κίνηση των ανθρώπων μέσα σε αυτή, μήπως αποτελούν σημαντικούς παράγοντες διάσπασης και αύξησης του επιπέδου διέγερσης; 
  • Και τελικά, μήπως η υπερκινητικότητα δεν είναι μία δυσλειτουργική συμπεριφορά αλλά μία συνθήκη που χρειάζεται να προσεγγιστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι αξιοποιήσιμη; 

Τέτοια κι άλλα πολλά ερωτήματα θα μπορούσαν να κυοφορούνται εάν όλοι κι όλες μας κρατούσαμε μία κριτική ματιά επάνω στα ζητούμενα του επαγγέλματος. Ωστόσο, η κοινωνικοπολιτισμικά προσδιορισμένη μάθηση μας σε συνδυασμό με τον τρόπο με τον οποίο 'τρέχει' η πληροφορία και η καθημερινότητα, μας τοποθετούν παθητικούς θεατές αλλά και παίκτες σε ένα ήδη δομημένο μοτίβο. Η κίνηση είναι ζωτικής σημασίας για τη διαδικασία μάθησης και ύπαρξης του παιδιού. Μέσω της κίνησης αυτής, το άτομο ανακαλύπτει, μαθαίνει να μαθαίνει αλλά και αυτορυθμίζεται. Οι παρεμβάσεις μας θα πρέπει να διαχωρίζουν το παιδί από το ρόλο του/της μαθητή/τρια αλλά και να αποτελούν διόδους για να εκφραστούν οι ανάγκες όλων των συμμετεχόντων/ουσών - και προφανώς και οι δικές μας.

Δύσκολο το να είσαι εκπαιδευτικός. 

Ακόμη πιο δύσκολο το να είσαι παιδαγωγός.

Ή μήπως, όχι;



Παναγιώτης Μπαρμπαγιάννης

Εργοθεραπευτής, ΜΕd

Κριτική Παιδαγωγική και Εκπαίδευση Εκπαιδευτικών

Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού



Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Freire, P., Shor, I. (2011). Απελευθερωτική παιδαγωγική. Διάλογοι για τη μετασχηματιστική εκπαίδευση (Γ. Κουλαουζίδης, Μτφρ.). Αθήνα: Μεταίχμιο.

Gergen, J,K. (2016) Θεραπευτικές Πραγματικότητες. Συνεργασία, Καταπίεση και Σχεσιακή Ροή (Κ. Παγκάλου, Μτφρ.). Αθήνα: Πεδίο.

Mezirow, J. (2007). Η Μετασχηματίζουσα Μάθηση (Γ. Κουλαουζίδης, Μτφρ.). Αθήνα: Μεταίχμιο.

Mulligan, S. (2003). Occupational Therapy Evaluation for Children. Baltimore-Maryland: Lippincott, Williams & Wilkins.

Watzlawick, P. (2005). Ανθρώπινη Επικοινωνία και οι Επιδράσεις της στη Συμπεριφορά (Α. Γολέμη, Μτφρ). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.